Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Πυρρίχιος

*Πυρρίχη (η). Χορευτικό αγώνισμα με στρατιωτικό χαρακτήρα. Ήταν ένοπλος (ενόπλιος) χορός, γνωστός με το όνομα πυρρίχιος και αποτελούσε ένα είδος ενόπλιου πολεμικού χορού. Χορευόταν από παιδιά, έφηβους και άνδρες, αλλά και από γυναίκες (βλ. πιο κάτω).

Κατά την εκτέλεση του ενόπλιου Χορού Οι χορευτές, κρατώντας ασπίδα και δόρυ και φορώντας περικεφαλαία, μιμούνταν τις Κινήσεις των στρατιωτών σε ώρα μάχης. 0 χορός διακρινόταν για τη ζωηρότητα των κινήσεων και τις παράδοξες περιστροφές του σώματος.

Για τη γέννηση της πυρρίχης υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Μία αναφέρει πως ήταν απομίμηση του χορού της Παλλάδας Αθηνάς, η οποία μόλις γεννήθηκε πάνοπλη απ’ το κεφάλι του Δία, έσειε την ασπίδα και το δόρυ χορεύοντας έναν ενόπλιο χορό, ή πως γινόταν σε ανάμνηση του Χορού της Αθηνάς μετά τη νίκη της κατά των Γιγάντων. Άλλη εκδοχή λέει πως η πυρρίχη πρωτογεννήθηκε κατά την πολιορκία της Τροίας και εκτελέστηκε για Πρώτη φορά κοντά στη φωτιά, που είχαν ανάψει σι Έλληνες για να κάψουν τον νεκρό Πάτροκλο. Τρίτη εκδοχή αναφέρει πως πρωτοχορεύτηκε απ’ τους Δωριείς στην Κρήτη, ενώ άλλη Θέλει την καταγωγή του ενόπλιου χορού λακωνική. Αναφέρεται ακόμη πως τον πυρρίχιο πρωτοχόρεψε ο Νεοπτόλεμος, ήρωας της Τροίας και γιος του Αχιλλέα, απ’ τη χαρά του που σκότωσε τον Ευρύπυλο, γιο του Τήλεφου. Επειδή δε ο Νεοπτόλεμος ονομαζόταν και Πύρρος (απ’ το θηλυκό όνομα Πύρρα, που είχε ο πατέρας του όταν κρυβόταν ντυμένος σαν γυναίκα στα ανάκτορα του Λυκομήδη), λέγεται Πως ο χορός του ονομάστηκε πυρρίχιος απ’ το όνομα αυτό (‘’... ικανόν ηγούμαι τόν Νεοπτόλεμον, Άχιλλέως μέν παίδα όντα, πάνυ δέ διαπρεψιαντα έν τή ορχηστρική καί είδος τό κάλλιστον αυτή προστεθεικότα, Πυρρίχιον άπ’ αυτού Κεκλημένον... ‘’, Λουκιανός, Περί ορχήσεως, 9 ή 273). Κατά τον Αριστόξενο (Αθήν. 1Δ 63Οι) η πυρρίχη Πήρε το όνομά της από τον, λακωνικής καταγωγής, Πύρριχο: «Αριστόξενος δέ φησι τήν πυρρίχην άπό Πυρρίχου Λάκωνος τό γένος τήν προσηγορίαν λαβείν· λακωνικόν δ είναι μέχρι καί νυν όνομα τόν Πύρριχον». Υποστηρίζεται πως το όνομα «πυρρίχη» προέρχεται από το πυροειδές χρώμα του χαλκού, με Το οποίο οπλίζονταν οι χορευτές («πυρριχίζειν· τήν ενόπλιον όρχησιν καί σύντονον πυρρίχην έλεγον· οί μέν άπό Πυρρίχου τού Κρητός·οί δέ από τού διάπυρον είναι· οί δέ άπό Πύρρου τού Αχιλλέως», Ησύχιος). Αναφορά στις παραπάνω εκδοχές κάνει και ο Ευστάθιος (Ιλ. Ι. 771,49- Ν. 957,46-Π. 1078, 19 και 0δ. Λ. 1697, 5).

Ως δημιουργοί της πυρρίχης αναφέρονται και οι Κουρήτες, οι Διόσκουροι και οι Αμαζόνες.

0 Αθήναιος (1Δ, 631α) αναφέρει πως στην εποχή του η πυρρίχη υπήρχε μόνο στους Λακεδαιμονίους σαν προγύμνασμα του πολέμου (τη μάθαιναν από πέντε ετών), ενώ στους άλλους Ελληνες είχε σταματήσει, επειδή είχαν σταματήσει και οι πόλεμοι: «ή δέ πυρρίχη παρά μέν τοις άλλοις Έλλησιν ούκ έτι παραμένει· καί εκλιπούσης δέ αυτής συμβέβηκε τούς πολέμους καταλυθήναι. παρά μόνοις δέ Λακεδαιμονίοις διαμένει προ γύμνασμα ούσα τού Πολέμου· έκμανθάνουσί τε πάντες έν τή Σπάρτη άπό πέντε έτών πυρριχίζειν» Συμπληρώνει δε (ο Αθήναιος) πως στις μέρες του η πυρρίχη χορευόταν σαν διονυσιακός χορός, ήταν επιεικέστερη της αρχαίας και χορευόταν με θύρσους αντί για δόρατα: «ή δέ καθ’ ημάς πυρρίχη διονυσιακή τις είναι δοκεί, έπιεικεστέρα ούσα τής αρχαίας. έχουσι γάρ σί ορχούμενοι θύρσους άντί δοράτων... » Η πυρρίχη είχε και το όνομα «χειρονομία» (‘’... καλείται δέ η πυρρίχη καί χειρονομία», Αθήν. όπως Πριν).

Ο ανδρικός πυρρίχιος εμφανίζεται στην αγγειογραφία (τελευταίο τέταρτο 6ου αι. π.Χ. έως τα μέσα του 5ου αι. π.Χ.) άλλοτε ως ατομικός (ένας χορευτής) και άλλοτε ως ομαδικός (δύο ή περισσότεροι χορευτές). Στην ατομική εκτέλεση ο χορευτής μιμείται μάχη εναντίον ενός αντιπάλου. Τα κύρια χαρακτηριστικά είναι: α) η παρουσία αυλητή (μουσική), β) η γυμνότητα των χορευτών, γ) ο οπλισμός (δόρυ και ασπίδα, όπως και ο οπλισμός της θεάς Αθηνάς), δ) ο έντονος χορός και ε) ο αριθμός των χορευτών.

Αναφέρθηκε πιο πριν πως μία απ’ τις εκδοχές γέννησης της πυρρίχης είναι ότι αυτή αποτελεί απομίμηση του χορού της Παλλάδας Αθηνάς, η οποία χόρεψε πάνοπλη αμέσως μετά τι γέννησή της απ’ το κεφάλι του Δία, ή πως καθιερώθηκε σε ανάμνηση του χορού της θεάς μετά τη νίκη της εναντίον των Γιγάντων. Οι αγγειογράφοι επηρεασμένοι απ’ τις πληροφορίες των διαφόρων συγγραφέων της εποχής τους ή και παλαιότερων (π.χ. Ομηρικός Ύμνος στην Αθηνά — 6ος (;) αι. π.Χ.- Κρατύλος του Πλάτωνα — 4ος αι. π.Χ.- Θεών Διάλογοι του Λουκιανού — 2ος αι. π.Χ.), όπου περιγράφεται η σκηνή της γέννησης της θεάς Αθηνάς ένοπλης, απεικόνιζαν αυτή τη σκηνή (από το β’ τέταρτο του 6ου π.Χ. αι. και μετά) σε πολλές παραλλαγές, παρουσιάζοντας τις τέσσερις φάσεις του γεγονότος: α) την «προ- γέννηση» (ο Δίας κάθεται και οι δύο Ειλείθυιες δίπλα του τον ανακουφίζουν απ’ τους πόνους της γέννας στο κεφάλι), β) την «κύρια σκηνή της γέννησης» (η θεά πετιέται πάνοπλη και χορεύει τον πυρρίχιο κρατώντας ασπίδα και δόρυ), γ) τη «μετά τη γέννηση» (η θεά στηρίζεται στα γόνατα του πατέρα της), δ) τη φάση «η θεά έφηβος» (η θεά μπροστά στον Δία και στους υπόλοιπους παριστάμενους θεούς). 0 πυρρίχιος που εκτελεί η θεά Αθηνά είναι χορός νίκης, που συμβολίζει τον αγώνα και τη δικαίωση απέναντι στα επί γεια, ακόμη και στο ίδιο το γεγονός της γέννησης.

Αλλά, πλην της θεάς Αθηνάς, τον πυρρίχιο χόρευαν και οι θνητές γυναίκες, όπως τούτο βεβαιώνεται από την αρχαία ελληνική αγγειογραφία του 5ου αι. π.Χ. Οι παραστάσεις του γυναικείου πυρρίχιου στην αγγειογραφία είναι λιγότερες από εκείνες του ανδρικού πυρρίχιου και εμφανίζονται αργότερα από τις αντίστοιχες των ανδρών (μέσα του 5ου αι. π.Χ.). Σ’ αυτές εικονίζονται: 1) Μία πυρριχίστρια. 2) Πυρριχίστρια και αυλητρίδα. 3) Πυρριχίστρια ή πυρριχίστριες, αυλητρίδα και άνδρες παρατηρητές σε κλειστό χώρο. 4) Πυρριχίστρια και αυλητρίδα ανάμεσα σε άλλες χορεύτριες, σε αίθουσα χορού. 5) Πυρριχίστρια σε συμπόσιο. 6) Πυρριχίστρια σε ιερό της Αρτεμης. Βασικός οπλισμός τους: κράνος ασπίδα - δόρυ. Σε όλες τις παραστάσεις οι χορεύτριες, μιμούμενες κάποιες κινήσεις και στάσεις, αναπαριστούν μια μάχη σε διάφορες χρονικές στιγμές. Η εισαγωγή της πυρρίχης στην Αθήνα, ως αγωνίσματος των Παναθηναίων (βλ. Παναθήναια), Πιθανόν και των «εν Άστει Διονυσίων», έγινε από τη Σπάρτη τον 6ο αι. π.Χ. Χορευόταν από παιδιά, έφηβους και άνδρες με τη συνοδεία μουσικής. ‘Ηταν μεγαλοπρεπής και εντυπωσιακός χορός και είχε παιδευτικό χαρακτήρα.

*Από το υπέροχο βιβλίο του Λάμπρου Σ. Βρεττού ‘’Λεξικό Τελετών, Εορτών και Αγώνων των Αρχαίων Ελλήνων’’

Κρήτη-Πόντος, Ιστορία-Λαογραφία

Ανάμεσα στους Πόντιους και τους Κρήτες υπάρχει ομολογουμένως μια ευδιάκριτη ομοιότητα στον χαρακτήρα, στη φιλοξενία, στη γλώσσα, στη λύρα, στο τραγούδι και στο χορό τους, παρόλου ότι τους χώριζαν άλλοτε μακρυνές θάλασσες και μεγάλες στεριές.

Δημιουργείται, λοιπόν, εύλογα το ερώτημα, αν υπήρχαν κοινές ρίζες στην καταγωγή και στην προέλευσή τους. Η αφετηρία των σχέσεων Κρητών και Ποντίων ανάγεται στη ναυτική εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά, στην Κρήτη στα 960, 961 για την εκδίωξη των Σαρακηνών Αράβων από τη μεγαλόνησο. Μετά την επιτυχή επέμβαση του Φωκά επακολούθησε μια μεγάλη μεταναστευτική κίνηση Ποντιακού πληθυσμού στην Κρήτη με σκοπό να επανδρωθεί η Κρήτη με χριστιανικό πληθυσμό ύστερα από τον εξισλαμισμό που επέβαλαν στο νησί οι κατακτητές Σαρακηνοί. Η προσπάθεια αυτή των βυζαντινών κράτησε 8-10 χρόνια. Τότε και ο ιεραπόστολος ο Νίκων ο μετανοείτε με την συμπαράσταση του Τραπεζούντιου Αθανασίου Αθωνίτη προσπαθεί να επαναφέρει στον χριστιανισμό εκείνους που προσηλυτίστηκαν με βία στον Ισλαμισμό. Ο επικοισμός της Κρήτης από τον Πόντο του Νικηφόρου Φωκά είναι η απαρχή μιας μακρόχρονης προσπάθειας που συνεχίστηκε αδιάλειπτα και στα μετέπειτα χρόνια. ¸τσι στα 1183 επί Ισαάκ Αγγέλου έγιναν και άλλοι επικοισμοί από τον Πόντο και την Μ. Ασία καθώς και επί της Ενετοκρατίας στα 1580, αλλά και μετά την ¢λωση της Τραπεζούντας στα 1461 από αστικό πληθυσμό ιδιαίτερα. Επίσης μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και Τραπεζούντας η Κρήτη δέχτηκε πολλούς πρόσφυγες ευγενείς και αριστοκράτες που κατέφυγαν εκεί για να σωθούν. Ετσι από το γένος των Φωκάδων, που κατάγονταν από τα μέρη του Πόντου, προήλθε το γένος των Καλλέργηδων, ακόμη ο Λουκάς Λιτίνος, ο Ευστάθιος Χορτάτζης, ο γενάρχης των Χορτάτζηδων – ο Κορνάρος, ο Βλαστός, ο Σκορδίλης, ο Γαβαλάς, ο Μελισσηνός, ο Αργυρόπουλος και πολλοί άλλοι. Επίσης ο μεγάλος λόγιος και φιλόσοφος Γεώργιος Τραπεζούντιος, που γεννήθηκε στο Χάνδακα (Ηράκλειο) από γονείς μετανάστες του Πόντου συνέβαλε στη σύσφιξη των σχέσεων Ποντίων – Κρητών και υποστήριξε την πολιτική των βυζαντινών αυτοκρατόρων να ενισχυθεί η Κρήτη με Ελληνες αποίκους του Πόντου και της Μ. Ασίας. Αλλά και στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 έχουμε αποδείξεις σχέσεων και επικοινωνίας Πόντου – Κρήτης. Ο ποντιακής καταγωγής αγωνιστής του ‘21 Αλέξανδρος Μαυροθαλασσίτης πολεμάει με τα 120 παληκάρια του στην Κρήτη μαζί με κρητικούς πολεμάρχες και θυσιάζεται στο βωμό της ελευθερίας της Κρήτης. Επίσης ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο αρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης από την υψηλή της Τραπεζούντος στέλνει στην Κρήτη τον επιστήθιο φίλο και γραμματέα του Μιχαήλ Αφεντούλη να οργανώσει την επανάσταση. Ο Αφεντούλης κατέβηκε στην Κρήτη, όπως βρέθηκε μπροστά στις διαμάχες των Κρητών καπεταναίων και απέτυχε στις προσπάθειές του. Στα νεώτερα χρόνια, στον καιρό της ανταλλαγής των πληθυσμών στα 1923, πολλοί πόντιοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη φιλόξενη Κρήτη και έμειναν εκεί οριστικά κι έγιναν κι αυτοί Κρητικοί. Ομως στοιχεία κοινής προέλευσης και ανάμειξης Κρητών και Ποντίων δεν βρίσκει κανείς μόνο στους κατά καιρούς εποικισμούς στη βυζαντινή εποχή και στους μετέπειτα χρόνους. Από την μελέτη της Ιστορίας της Κρήτης, της Λαογραφίας της γλώσσας και της κρητικής ποίησης βρίσκει πολλά άλλα στοιχεία που φανερώνουν τις κοινές ρίζες των σημερινών κρητικών και Ποντίων. Πρώτα πρώτα τα πολλά τοπωνύμια, ενδεικτικά αναφέρουμε χωριά της Κρήτης – ιδιαίτερα της Ανατολικής Κρήτης – που είναι καθαρά Ποντιακά. Π.χ. Τραπεζούντα, Αρμένος, Βαρβάρα Τσακώνη, Μαρουλά, Αττιπάς, Αργυρούπολη, Σκορδίλη, Λιθίνες, Μεσαρέα ή Μεσαράς και άλλα. Είναι γνωστό στην Ιστορία ότι ο Τραπεζούντιος Αβράμιος Αρμίητος στα 1414 υπέβαλε αίτηση στην Ενετική Σύγκλητο και ζητούσε να εγκατασταθούν 880 οικογένειες από την Τραπεζούντα του Πόντου στην Κρήτη. Η αίτηση αυτή έγινε αποδεκτή και έτσι χτίστηκε η Τραπεζούντα της Κρήτης κοντά στη Σητεία. Αυτή η Τραπεζούντα καταστράφηκε ολοσχερώς από τις πειρατικές επιδρομές του Σαρακηνού Χαϊρεστίν Μπαρμπαρόσα του 1583. Στα ερείπιά της βρέθηκε παράσταση του μονοκέφαλου αετού των Κομνηνών της Τραπεζούντας. Στα 1648 η Τραπεζούντα της Κρήτης ξανά ερημώθηκε και σήμερα μόνο ερείπια και χαλάσματα βρίσκονται. Ο κρητικός ιστορικός Νικόλαος Παπαδάκης στο λεύκωμά του «6η Σητεία» αναφέρει ότι πολλοί οικισμοί της επαρχίας Σητείας προήλθαν απο εποικισμούς που έγιναν στα βυζαντινά χρόνια απο τις μακρινές περιοχές του Πόντου, και ακόμη ότι ο πατέρας του Βιντζέντζου Κορνάρου του ποιητή του Ερωτόκριτου, καταγόταν απο την Τραπεζούντα της Κρήτης.

Αλλά και γλωσσικά στοιχεία μαρτυρούν τις κοινές ρίζες Πόντου και Κρήτης. Ο πασίγνωστος Ερωτόκριτος του Κορνάρου έχει πλήθος λέξεων και εκφράσεων που είναι ή μοιάζουν με τις ποντιακές, άγνωστες σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές λέξεις όπως: κομπώνω, καματερόν, ενέγκασα, αντζίν, γενεά, κοχλιδ(ιν), οξύδ(ιν), Γούλα, αφουγκρούμαι, χάλκωμαν, λιγώνω, αναματίζω, κινθέα, σύντεκνος, δεξαμενές, κούτσα, αρμεγάδιν, πρωτόγαλαν, εξιάζω, φουμίζω, ερεχκούμαι και πάρα πολλές άλλες.Αλλά οι κοινές ρίζες βρίσκονται και στη δημοτική ποίηση. Το ποντιακό δίστιχο και η κρητική μαντινάδα έχουν πολλά κοινά σημεία και προπαντός τον δεκαπεντασύλλαβο και την ομοιοκαταληξία. Ο καθηγητής της λαογραφίας κ. Ρωμαίος σημειώνει στην Κρήτη και στην Κύπρο τα ακριτικά τραγούδια του Πόντου τραγουδιόταν πολύ και επηρέασαν άμεσα τα κρητικά τραγούδια, που θυμίζουν παλιές ηρωικές εποχές των ακριτών του Πόντου. Επίσης το κοινό μουσικό όργανο, η λύρα, που παρουσιάζεται μοναδικά στον Πόντο και στην Κρήτη, δείχνει ανεπιφύλακτα πως οι δύο αυτοί λαοί έχουν ίδιες ρίζες. Αλλά και οι χοροί με την ανδροπρεπή εμφάνιση με τον γοργό ρυθμό, με την αρχαιοπρεπή όψη, καθώς και η ενδυμασία με τη λιτή γραμμή και τα πολεμικά εξαρτήματα της στολής του ζίπκαλη ή του τελίνκαλη, δείχνουν έντονα τις σχέσεις κρητών και ποντίων. Πέρα όμως απο τα εξωτερικά, θα έλεγε κανείς, γνωρίσματα υπάρχουν κοινά, στοιχεία στον χαρακτήρα των ποντίων και των κρητών στους τρόπους ζωής, στην οικογενειακή και κοινωνική παρουσία τους, στις αντιλήψεις γενικά της ζωής. Ετσι λόγου χάρη, υπάρχει ομοιότητα στο ευέξαπτο του χαρακτήρα τους, στον εγωισμό, στον αυθορμητισμό και στην ευθύτητά τους, αλλά και στη φιλοξενία, στον αλτρουισμό, στην φιλία και στην προσήλωση στις παραδόσεις, στα ήθη και έθιμά τους. Συμπερασματικά όλα αυτά, ιστορικοί δεσμοί, οι εποικισμοί στην Κρήτη, τα τοπωνύμια, η γλώσσα, τα δημώδη άσματα, οι χοροί, η λύρα, οι όμοιοι χαρακτήρες, αναμφισβήτητα μαρτυρούν τις κοινές ρίζες κρητών και ποντίων.

Νίκος Λαπαρίδης

Αρχαία Τραπεζούντα-Αρκαδία

Η Τραπεζούντα ήταν αρχαία κώμη της Παρρασίας, περιοχής της Αρχαίας Αρκαδίας. Βρισκόταν στο λεκανοπέδιο της Μεγαλόπολης, στην αριστερή όχθη του ποταμού Αλφειού και στους ανατολικούς πρόποδες του Λυκαίου όρους. Εκεί κοντά σήμερα ευρίσκονται τα χωριά Κυπαρίσσια και Μαυριά. Ο Παυσανίας στα Αρκαδικά του, στην 21η διαδρομή Γόρτυνος - Μεγαλοπόλεως, Η κεφ 29, παρ. 1, λέει: «Αφού διαβούμε τον ποταμό Αλφειό φθάνουμε στη χώρα η οποία ονομάζεται Τραπεζουντία, όπου υπάρχουν τα ερείπια της Τραπεζούντος. Από την Τραπεζούντα, όταν κατεβούμε πάλι αριστερά προς τον Αλφειό, όχι μακριά από τον ποταμό, συναντούμε την τοποθεσία που λέγεται Βάθος. Εκεί κάθε τρία χρόνια τελούν εορτή προς τιμήν των μεγάλων θεενών. Υπάρχει εκεί και μία πηγή η οποία ονομάζεται Ολυμπιάς, της οποίας το νερό τρέχει τον ένα χρόνο και τον άλλο στερεύει. Πλησίον της πηγής βγαίνει φωτιά από τη γή. Οι Αρκάδες λένε ότι σ' αυτό το μέρος έγινε η μάχη των γιγάντων και όχι στην Παλλήνη της Θράκης. Εδώ προσφέρουν θυσίες στις θύελλες και στις βροντές.» Η αρχαία τοποθεσία Βάθος πρέπει να ήταν η σημερινή περιοχή ανατολικά του χωριού Κυπαρίσσια και γύρω από το λεγόμενο "Ηφαίστειο", από το οποίο έβγαινε καπνός από την καύση γαιαερίων και λιγνίτη, μέχρι πριν λίγα χρόνια, που έγινε εκεί λιγνιτωρυχείο, έως την εκκλησία Αγία Σωτήρα, όπου πεντακόσια μέτρα Βορειοδυτικά προς το χωριό Μαυριά, υπάρχει μέχρι και σήμερα πηγή η οποία τρέχει για ένα χρόνο και γιά ένα χρόνο στερεύει. Η πηγή αυτή σήμερα λέγεται "παλιόμυλος" και μέχρι πριν λίγα χρόνια κινούσε νερόμυλο. Λέγεται μάλλιστα ότι όταν ερχόταν η ημέρα να σταματίσει το νερό, τη νύχτα στις δώδεκα η ώρα, ακουγόταν μιά φωνή νά λέει «Μυλωνά βιάσου θα κοπεί το νερό στη δέση». Η Τραπεζούντα εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της όταν με την ίδρυση της Μεγάλης Πόλεως από τον Επαμεινώνδα (371 π.χ.), αρνήθηκαν να μετοικίσουν σ' αυτήν. Ο Παυσανίας στα Αρκαδικά του, Η κεφ. 27 παρ. 5,6, λέει γι αυτό: «Και άλλοι Αρκάδες δεν παραμέλησαν την κοινή υπόθεση και συναθροίζονταν με βιασύνη στην Μεγαλόπολη. Οι μόνοι από τους Αρκάδες που άλλαξαν γνώμη ήταν οι Λυκοσουρείς, οι Λυκαιάτες, οι Τρικολωνείς και οι Τραπεζούντιοι, διότι δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τις αρχαίες πόλεις των. Μερικοί από αυτούς υποχρεώθηκαν χωρίς την θέλησή των και με εξαναγκασμό να μετακομίσουν στην Μεγαλόπολη». Οι Tραπεζούντιοι όμως αναχώρησαν από την Πελοπόννησο δια παντός, όσοι από αυτούς εγλύτωσαν και δεν θανατώθηκαν από τους οργισμένους Αρκάδες, που τους σκότωναν αμέσως. Εμπήκαν, λοιπόν σε πλοία και πήγαν στον Εύξεινο Πόντο και έγιναν δεκτοί από τους κατοίκους της Τραπεζούντος, διότι είχαν το ίδιο όνομα και προήρχοντο από την μητρόπολή τους. Τους Λυκοσουρείς όμως, αν και απείθησαν,τους συγχώρεσαν από τους άλλους Αρκάδες, εξ αιτίας του σεβασμού προς το ιερόν της Δεσποίνης, όπου είχαν καταφύγει». Η Τραπεζούντα του Πόντου βρίσκεται κοντά στο ανατολικό άκρο της ακτής της Μαύρης Θάλασσας και ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα προ Χριστού από αποικιστές από την Μίλητο. Ήταν η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας η οποία επέζησε αρκετά χρόνια μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης.

Η Βασιλίς ήταν και αυτή χωριό της Παρρασίας της αρχαίας Αρκαδίας, το οποίο βρισκόταν στην αριστερή όχθη του ποταμού Αλφειού, στους ανατολικούς πρόποδες του Λυκαίου όρους, κοντά στην Τραπεζούντα. Τοποθετείται μεταξύ του Αλφειού ποταμού και του χωριού Ίσωμα Καρυών, πάνω σε λόφο και βορειοδυτικά της Μεγαλόπολης. Και αυτή η πόλη, όπως και η Τραπεζούντα όπως προαναφέρθηκε, εγκαταλήφθηκε όταν ιδρύθηκε η Μεγαλόπολη από τον Επαμεινώνδα. Ο Παυσανίας στην 21η διαδρομή στα Αρκαδικά του Η, κεφ. 29 παρ.5, λέει: «Από την τοποθεσία που λέγεται Βάθος η Βασιλίς απέχει περίπου δέκα στάδια (1850 μέτρα). Οικιστής αυτής ήταν ο Κύψελος, ο οποίος πάντρεψε την θυγατέρα του με τον Κρεσφόντη, το γιό του Αριστομάχου. Επί των ημερών μου η Βασιλίς ήταν ερειπωμένη πόλις και σωζόταν μόνο το ιερόν της Ελευσίνιας Δήμητρας.» Αν υποθέσουμε ότι πράγματι η τοποθεσία Βάθος ευρισκόταν εκεί που πιο πάνω την τοποθετήσαμε με βάση τα λεγόμενα του Παυσανία, τότε το χωριό Βασιλίς θα πρέπει να ήταν χτισμένο στην θέση «Παλιόπυργος» ή πιθανότερα, απέναντι στην θέση «Μάρμαρα». Στις δύο αυτές περιοχές σήμερα δεν υπάρχουν εμφανή στοιχεια που να δικαιολογούν την ονομασία τους, ερείπια από κάποιο παλιό κτίσμα στην πρώτη ή κάποια σκόρπια μάρμαρα που να μαρτυρούν την ύπαρξη κάποιου αρχαίου κτίσματος, στην δεύτερη. Το μόνο σημάδι που υπάρχει είναι μιά πέτρα, που φαίνεται ότι έχει δουλευτεί από ανθρώπινο χέρι, στη θέση "μάρμαρα". Στην Βασιλίδα λοιπόν, ο ιδρυτής της Κύψελος, έχτισε τον ναό της Ελευσίνιας Δήμητρας και καθιέρωσε καλλιστεία γυναικών, οι οποίες ονομάζονταν «χρυσοφόρες». Είναι ίσως τα αρχαιότερα καλλιστεία στον κόσμο: "Οίδα δε και περί κάλλους γυναικών αγώνα ποτε διατεθέντα. Περί ου ιστορών Νικίας εν τοις Αρκαδικοίς διαθείναι φήσιν αυτόν Κύψελον, πόλιν κτίσαντα εν τω πεδίω περί τον Αλφειόν είς ήν κατοικίσαντα Παρρασίων τινάς τέμενος και βωμόν αναστήσα Δήμητρα Ελευσινία, ής εν τή εορτή και τον του κάλλους αγάνα επιτελέσαι και νικήσαι πρώτον αυτού την γυναίκα Ηροδίκην. Επιτελείται δε και μέχρι νύν ο αγών ούτος και αι αγωνιζόμενοι γυναίκες χρυσοφόροι ονομάζονται".

(ΑΘΗΝΑΙΟI ΔΕΙΠΝΟΣΟΦΙΣΤΑΙ ΙΓ' 609e).